.comment-link {margin-left:.6em;}

8.3.05

 

Ευθεία στροφή...

Έλαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος
και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών.
Εν σιγή βρονταί εβόων. Ήστραπτε της γης ο θόλος,
και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών.
Όρθιος εν εγρηγόρσει εκοιμώμην εν τη κλίνη,
ότε αίφνης εμπροσθέν μοι έστη γέρων νεαρός,
κ' εν ευγλώττω σιγή λέγει: τι ανήσυχος γαλήνη,
τι ακτινοβόλον σκότος, τι τερψίλυπος καιρός!
Είσελθε επί του ίππου, κ' έναν μόνο κάμε γύρον
εις τα νώτα του πυθμένος του στησίρρου ποταμού,
ή στους πάγους της Σαχάρας, φίλε, μετά των ζεφύρων
ας απέλθωμεν αμέσως, μένοντες εδώ ομού.
Ταύτα είπε, κ' εις τον τόπον έμεινεν αναχωρήσας,
χωρίς λέξη να ακούσω, χωρίς λέξιν να ειπή.
Και εσβέσθησαν τα σκότη, και ηκτινοβόλει δύσας,
ο εβενινόθροξ Φοίβος και η μαύρη αστραπή.


(Ο Παναγιώτης Πανάς, επτανήσιος, ριζοσπάστης, τα ρίχνει στη ρομαντική αθηναϊκή σχολή το 1872 σαρκάζοντας το ποιητικό κατεστημένο της περιόδου, μετέπειτα πρότυπο του ποιητή Φαμφάρα - αλλά πάντα μου άρεσε και ως παιχνίδι με τις λέξεις...)
Comments:
Τι μου θύμισες. Δεν είχα σχεδόν καμία επαφη με τα ελληνικά γράμματα, αλλά είχα να εξεταστώ σε σχετικό μάθημα. Άγχος απίστευτο να τελειώσω την γλαφυρή "Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" του Κ.Θ. Δημαρά - μέχρι που σκόνταψα στο πόνημα του ρομαντικού Αχιλλέα Παράσχου:

" ...
Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου, ταχείαν,
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην,
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν,
μ'ολίγο σώμα - άνεμον σχεδόν - ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθανάτιον μ' αθανασίας μύρον,
κόρην και φάσμα, σάβανον αντί εσθήτος σύρον...

Θέλω την φίλην μου ωδήν εκλείπουσαν ηρέμα,
αθανασίας βλέπουσαν οδόν εις τάφου στόμα·
καλήν και μελαγχολικήν, με ήρεμον το βλέμμα,
με φυομένην πτέρυγα εις καταρρέον σώμα.
Την θέλω κόρην, αδελφήν και φίλην μου αγίαν,
αλλ' όχι και νυμφίαν μου, αλλά ποτέ νυμφίαν.
... "

Uhm, very goth.
Μετά, καπάκι, η παρωδία του Δ. Γρ. Καμπούρογλου :

"Θέλω την φίλην φθισικήν, άσωμον, στάκτην, κόνιν,
άνεμον, επιθάνατον, φάσμα, αθανασίαν,
αυτήν να έχω αδελφήν και αδελφήν μου μόνην,
αλλ' όχι και νυμφίαν μου, αλλ' όχι και νυμφίαν."

Τα καλύτερα γέλια, τα πιό απελευθερωτικά, τα κάνουμε ίσως σε στιγμές πίεσης. :)
 
Κι άλλο, κι άλλο!
 
Ρε γαμώτο, δεν μπορώ να βρω ένα άλλο μνημειώδες στιχούργημα που διδάχθηκα στο Πανεπιστήμιο (σε ένα -ολόκληρο!- από τα πρώτα κιόλας, τα τρυφερά μου, εξάμηνα), τον "Φανό του Κοιμητηρίου Αθηνών" του Δ. Παπαρρηγόπουλου.

Πάντως, από όλα τα επίθετα του Παράσχου, το πιο ευρηματικό θα συμφωνήσετε ότι είναι αυτό το "ταχείαν": σκοτεινό, μυστηριώδες, πολύσημο, αηδιαστικά πρόχειρο. Παρότι αυτά τα ποιηματάκια είναι τρανά εκθαμβωτικά σκουπίδια, η πραγματική τους λογοτεχνική αξία μάλλον έγκειται στην δυνατότητά τους να παρωδηθούν. Σάς θυμίζω (αν δεν θυμηθήκατε από μόνοι σας): "με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία, απ'την Υπάτη το'σκασα και πήγα στη Λαμία". Υποψιάζομαι πως και "τ'άλογο, τ'άλογο, Ομέρ Βρυώνη" (επίσης Γκάτσος) από κανέναν Σούτσο θα ξεπήδησε...
 
Ντροπή ντροπή ντροπή!

:-P

"τ'άλογο, τ'άλογο, Ομέρ Βρυώνη" είναι Βαλαωρίτης: "το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει"

Θα ανεβάσω τον "Φανό" αργότερα...
 
Ιιιι, χίλια σόρι... αλλά βέβαια, ο Σούτσος θα έλεγε "τον ίππον, τον ίππον, Αγαρηνέ" (α.ε.)
 
Παιδιά, συγγνώμη, είναι 20 τετράστιχες στροφές ο "Φανός", αποκλείεται να καθήσω να τις δακτυλογραφήσω...

Mea culpa
 
Ε ναι, φυσικό είναι. Νόμιζα ότι υπήρχε κάπου online και ότι υπήρχε η λύση της επικόλλησης. Εγώ τον θυμάμαι τον Φανό απλώς σαν το πιο ψυχρό κείμενο που έχω ποτέ διαβάσει. Ίσως και να είναι η εξωτερίκευση του δράματος ενός ανθρώπου που δεν νιώθει τίποτα, αλλά ξέρει όλες τις κατάλληλες λέξεις (δεν είναι τόσο προχειρολόγος ο Παπαρρηγόπουλος σαν τον Παράσχο, μού φαίνεται). α.ε.
 
Κι όμως, σήμερα το επίθετο romantic ανακαλεί στο μυαλό τριαντάφυλλα και dinner by candlelight αντί για κρύους τάφους, βρυκόλακες και consumptive beauties του 19ου αιώνα. «Μα τι ρομαντικός που είσαι, γλυκέ μου – Είναι γιατί θέλω να σε βαλσαμώσω, μικρή μου».
 
Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου



<< Home

This page is powered by Blogger. Isn't yours?